Αναγνωρίζοντας τις διατροφικές διαταραχές στο σύνολο τους ως βαθύτερα διαπροσωπικά προβλήματα, μέσα από τη Σχεσιακή Ψυχοθεραπεία ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει τα αισθήματα ντροπής και αμηχανίας που τον κατακλύζουν. Θεραπευτής και θεραπευμένος επικεντρώνονται στο τι συμβαίνει στο «εδώ και τώρα» της θεραπευτικής πράξης και το άτομο ενθαρρύνεται να εξερευνήσει διαφορετικούς τρόπους συσχετισμού με τους άλλους ανθρώπους.

Στη θεραπεία δίνεται έμφαση σε όλες εκείνες τις διαπροσωπικές δυσκολίες που ευθύνονται για τα συμπτώματα της κατάθλιψης, που ακολουθεί τη βουλιμία, όπως είναι η διαρκής θλίψη, οι διαμάχες με το περιβάλλον, η έλλειψη παραγωγικότητας, οι δυσκολίες δημιουργίας ή/και διατήρησης σχέσεων και προβλήματα αντιμετώπισης μεταβατικών σταδίων ζωής.

«Μία από τις πιο ευχάριστες παραμέτρους της βοήθειας που παρέχει κάποιος στους ανθρώπους για να ξεπεράσουν τα προβλήματα βουλιμίας τους είναι να παρατηρεί την ανάδυση του πραγματικού τους εαυτού καθώς αυτά υποχωρούν σταδιακά. Η κατάθλιψη, η ένταση και το άγχος εξασθενίζουν, ο βαθμός συγκέντρωσης βελτιώνεται και τα παλιά ενδιαφέροντα επιστρέφουν.» (Fairburn, 1995, p.84)

Η επιθυμία για αλλαγή θεωρείται καθοριστικός παράγοντας ώστε να κινητοποιηθεί το άτομο και να ζητήσει βοήθεια. Μέσα από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας καταφέρνει να έρθει σε επαφή με εκείνα τα καταπιεσμένα συναισθήματα που πυροδότησαν τη διατροφική διαταραχή. Οι αναμενόμενες δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής πράξης από κοινού είναι ο φόβος της αύξησης του σωματικού βάρους που θα φέρει ο ασθενής μαζί με τη λανθασμένη αντίληψη που έχει για το σώμα του, όπως επίσης διαταραχές στη διάθεση του και στη συναισθηματική ανταπόκριση καθώς και τις διατροφικές του συνήθειες.

Ο σκοπός της θεραπευτικής διαδικασίας

Σκοπός της θεραπευτικής διαδικασίας είναι το άτομο να ανατροφοδοτηθεί, να ενδυναμωθεί και να ενισχυθούν η αυτοεκτίμηση και ο αυτοέλεγχος του. Γίνεται από κοινού μία διερεύνηση των παραγόντων που προκάλεσαν και διατηρούν τα επεισόδια βουλιμίας εστιάζοντας στους ρόλους που παίρνει ο ασθενής στη ζωή του αλλά και στα διαπροσωπικά κενά του.

Ο ασθενής ενθαρρύνεται να κάνει αλλαγές και να δοκιμάσει νέους τρόπους συσχέτισης, συμπεριφοράς και αποδοχής που θα συμβάλλουν στην αλλαγή που διεκδικεί. πηγή : Fairburn, C. (1995). Βουλιμία Ξανακερδίστε τον έλεγχο. 5η έκδοση. Εκδόσεις Πατάκη.

H διαταραχή υπερφαγίας, αν και εντάχθηκε σχετικά πρόσφατα στις επίσημες κατηγορίες των διαταραχών πρόσληψης τροφής, όπως είναι η ψυχογενής ανορεξία και η βουλιμία, είναι εκείνη που συναντάται πιο συχνά. Το άτομο που πάσχει από διαταραχή υπερφαγίας μπορεί να τρώει ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες φαγητού, νιώθοντας αδύναμο να σταματήσει (υπερφαγικό επεισόδιο).Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν δεν πεινάει, ενώ το φαγητό συνήθως καταναλώνεται τόσο γρήγορα που το άτομο δεν αναλογίζεται την ποσότητα ή τη γεύση της τροφής.

Όταν ξεκινάει το υπερφαγικό επεισόδιο, μπορεί να αποφέρει ανακούφιση, αποφορτίζοντας τα δυσάρεστα συναισθήματα, όπως άγχος ή/και θλίψη. «Επιστρέφοντας», ωστόσο, το άτομο στην πραγματικότητα, αναλογιζόμενο τις υπερβολικές ποσότητες που έχει καταναλώσει, κατακλύζεται από έντονα αρνητικά συναισθήματα ντροπής, ενοχής ή/και απέχθειας προς τον εαυτό. Η υπερφαγία συχνά οδηγεί στην αύξηση του βάρους και στην παχυσαρκία, κάτι που ενισχύει την καταναγκαστική κατανάλωση τροφής: όσο χειρότερα αισθάνεται το άτομο με τον εαυτό του και την εμφάνισή του, τόσο περισσότερο χρησιμοποιεί το φαγητό, για να νιώσει καλύτερα. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: κάποιος τρώει, για να αισθανθεί καλύτερα, αντ’ αυτού αισθάνεται ακόμα χειρότερα, και μετά στρέφεται και πάλι στο φαγητό αναζητώντας ανακούφιση.