Γενικά

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM-5, 2013), η Οριακή ή Μεταιχμιακή Προσωπικότητα ανήκει στην β’ κατηγορία και σχετίζεται με έντονη συναισθηματική αστάθεια. Αν και τα χαρακτηριστικά είναι εμφανή από την εφηβεία, ωστόσο η διάγνωση τίθεται κατά την ενηλικίωση. Οι πάσχοντες εμφανίζουν αστάθεια στην διάθεση, την εικόνα του εαυτού και συνάπτουν χαοτικές σχέσεις.

Η παρορμητικότητα και η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά εκφράζονται μέσω καταχρήσεων, επεισόδια υπερφαγίας και έντονης σεξουαλικής δραστηριότητας. Εκδηλώνεται αίσθημα κενού και ανίας, αστάθεια εικόνας εαυτού, παρανοϊκό ιδεασμό, συμπτώματα που φαίνονται στις έντονες μεταβολές στις αξίες ή επαγγελματικές επιλογές. Το βασικό στοιχείο όμως είναι η προσπάθεια αποφυγής μίας πραγματικής ή φανταστικής εγκατάλειψης. 

Από τα πιο ανησυχητικά συμπτώματα αποτελεί η αυτοκτονική συμπεριφορά και οι πράξεις αυτό-τραυματισμού που εκτελούνται ως αντίδραση στο θυμό, τον πανικό, την απόγνωση και το άγχος. Αυτός ο τρόπος έχει ως στόχο την χειραγώγηση και τον έλεγχο των σχέσεων λόγω του φόβου της απόρριψης. Κατά τη διάρκεια των δύσκολων περιόδων πιθανόν να προκύψουν σύντομες φάσεις (μερικά λεπτά ή ώρες) παρανοειδούς σκέψης ή  αποπροσωποποίησης. 

Αίτια

Η εμφάνιση της διαταραχής σχετίζεται με έναν συνδυασμό βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων. Η κληρονομικότητα και τα γονίδια επηρεάζουν την εμφάνιση της παρορμητικότητας και των μεταπτώσεων της διάθεσης σε ποσοστό έως και 42%. Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι η δομή του ιπποκάμπου στον εγκέφαλο των ατόμων με Οριακή Διαταραχή είναι κατά 20% μικρότερος ενώ η αμυγδαλή κατά 24%. Ομοίως, έχει παρατηρηθεί δυσλειτουργία στις περιοχές του μετωπιαίου λοβού που σχετίζεται με τον έλεγχο των ενορμήσεων. 

Όσον αφορά τους κοινωνικούς παράγοντες, η γονεϊκή παραμέληση/εγκατάλειψη, η σεξουαλική κακοποίηση και τα παιδικά τραύματα αυξάνουν το ρίσκο εμφάνισης. Οι αρνητικές εμπειρίες οδηγούν σε ένα αδύναμο «εγώ» που οδηγεί στην ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης. Το άτομο αντιλαμβάνεται αντικείμενα και πρόσωπα σαν «καλά» ή «κακά«. Επιπρόσθετα, οι αρνητικές εμπειρίες μετατρέπονται σε σχήματα σχετικά με την ταυτότητα και τις σχέσεις με τους άλλους. Η μητέρα είναι πιθανόν να εμφανίζει συναισθηματικές διαταραχές με αποτέλεσμα το παιδί να δημιουργεί μία συγκρουσιακή σχέση μαζί της. Ο πατέρα είναι και αυτός συχνά απών με συνέπεια να παρεμποδίζεται η ανάπτυξη ενός ασφαλούς δεσμού προσκόλλησης. 

Το άτομο διαμορφώνει πεποιθήσεις όπως «Είμαι κακός», κάτι που οδηγεί σε αυτοτιμωρία, «Κανείς δεν θα με αγαπήσει», το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε σκέψεις όπως «Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου», που έχει ως αποτέλεσμα την εξάρτηση από τους άλλους. 

Διάγνωση

Η αξιολόγηση γίνεται μέσω κλινικής συνέντευξης, ερωτηματολογίων και προβολικών ψυχομετρικών δοκιμασιών. Σε αυτά περιλαμβάνονται το Borderline Symptom List (BSL-23), το Τ.Α.Τ (Thematic Apperception Test) και οι κηλίδες του Rorschach. 

Θεραπεία

Η θεραπεία είναι χρόνια και συνήθως απαιτείται ο συνδυασμό φαρμακοθεραπείας και ψυχολογικών παρεμβάσεων. Στόχος της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας είναι η τροποποίηση των σχημάτων που οδηγεί σε μη αποδεκτές συμπεριφορές σε κάθε δεδομένη περίοδο. Από τους σημαντικότερους στόχους είναι η μείωση του ρίσκου του αυτό-ακρωτηριασμού, εντοπίζοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματα που συνοδεύουν τα επεισόδια. 

Η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία επίσης στοχεύει στην μείωση των παρορμήσεων και αυτό-καταστροφικών αντιδράσεων. Το μοντέλο αποτελείται από τέσσερα στάδια. Το πρώτο είναι η αντιμετώπιση των επικίνδυνων παρορμητικών συμπεριφορών, με στόχο την απόκτηση ελέγχου. Το δεύτερο εστιάζει στην ανάπτυξη ικανοτήτων ρύθμισης και ελέγχου των συναισθημάτων. Το τρίτο στάδιο επικεντρώνεται στην βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και τέλος, το τέταρτο έχει ως στόχο την ενίσχυση της σύνδεσης του ατόμου με τους άλλους.

Η φαρμακοθεραπεία χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της διαταραχής, κυρίως για τον έλεγχο του θυμού και της επιθετικότητας. Οι βενζοδιεζαπίνες είναι χρήσιμες για την αντιμετώπιση του άγχους. Τα άτυπα αντιψυχωτικά, όπως ολανζαπίνη, βελτιώνουν την συνολική λειτουργικότητα του ατόμου ενώ τα αντικαταθλιπτικά προλαμβάνουν τις μεταπτώσεις της διάθεσης.

Της Δρ. Τέσσας Χριστοδούλου, PhD, CPsych, AFBPsS, CSci