Αν και η κλιμάκωση των συμπτωμάτων της Διαταραχή Πανικού δεν υπερβαίνει τα 10 με 15 λεπτά, ωστόσο κάθε επεισόδιο βιώνεται ως μία ιδιαιτέρως τρομακτική εμπειρία. Οι ψυχοσωματικές εκδηλώσεις αν και έχουν καθαρά βιολογικό υπόβαθρο και είναι ακίνδυνες, συνοδεύονται από πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων που οδηγούν σε καταστροφολογία. 

Τα αυθαίρετα συμπεράσματα οφείλονται στην παρερμηνεία των οργανικών αντιδράσεων ως επικίνδυνων όπως επίσης και στην υπερεκτίμηση των συνεπειών τους. Ο κίνδυνος αν και “φανταστικός” οδηγεί στην υπέρ-ενεργοποίηση του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος, με τον πάσχοντα, να εκπαιδεύεται σταδιακά στην παρατήρηση των συμπτωμάτων που οδηγούν στην επιβεβαίωση της καταστροφολογίας (αυτό- εκπληρούμενη προφητεία). Στην επανάληψη του “συναγερμού”, False Alarm, ο εγκέφαλος μέσω της διαδικασίας της μάθησης, ανακαλεί την ανάμνηση. Το αποτέλεσμα είναι ο φόβος της απώλειας ελέγχου, του επικείμενου θανάτου και της ενδεχόμενης “τρέλας”. 

Τα αρνητικά συναισθήματα οδηγούν στην υιοθέτηση της αποφυγής ως συμπεριφοράς ασφαλείας προκειμένου να αποτραπεί η επανεμφάνισή τους. Από τα πρώιμα συμπτώματα, η σκέψη επικεντρώνεται στην ενδεχόμενη επανάληψη. Στην προσπάθεια αποτροπής, ο πάσχων διανύει μία παρατεταμένη περίοδο άγχους και εγρήγορσης. Με αυτόν τον τρόπο θεωρεί ότι αναγνωρίζει έγκαιρα τον πιθανό κίνδυνο. 

Το άτομο σταδιακά εγκλωβίζεται σε έναν Φαύλο Κύκλο. Ο φόβος διαιωνίζεται και γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας.  Η χρόνια πορεία με εξάρσεις και υφέσεις, προκαλεί δυσλειτουργία ακόμα και σε απλές δραστηριότητες. Χώροι και καταστάσεις όπως πολυσύχναστα μέρη, Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κ.α. σχετίζονται με τα επεισόδια και κυριαρχεί η αποφυγή. Είναι πιθανόν χωρίς την κατάλληλη θεραπεία, φαρμακευτική, ψυχοθεραπευτική ή συνδυασμό αυτών, το άτομο να αναπτύξει Διαταραχή Αγοραφοβίας (DSM-V, 2013) και να απομονωθεί.

Της Δρ. Τέσσας Χριστοδούλου, PhD, CPsych, AFBPsS, CSci