Εισαγωγή

Σύμφωνα με μελέτες επιδημιολογίας το 2-3% του πληθυσμού πάσχει από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (World Health Organization, WHO) την κατατάσσει στις 10 πιο δυνητικά επικίνδυνες ασθένειες με άμεσο ρίσκο για πρόκληση σημαντικής ανηπηρίας, λόγω της απώλειας της λειτουργικότητας και ανεξαρτησίας. Οι συνέπειες είναι καταστροφικές τόσο στους πάσχοντες όσο και στις οικογένειες τους. 

Αν και είναι αρκετά συχνή με έναρξη στην παιδική ή πρώιμη εφηβεία, η ανάγκη για θεραπεία δεν έχει αναγνωρισθεί επαρκώς με αποτέλεσμα να παραμένει αδιάγνωστη.  Έτσι πολλοί πάσχοντες και οι οικογένειές τους παραμένουν σε απομόνωση. 

Πότε χρειάζεται θεραπεία;

  • Όταν τα συμπτώματα είναι έντονα, έχουν διάρκεια, δεν έχουν ρεαλιστική βάση και εμποδίζουν την ομαλή, καθημερινή ζωή.
  • Όταν όλη η ενέργεια του ατόμου αναλώνεται σε ανεδαφικές σκέψεις και πράξεις.
  • Όταν τα συμπτώματα δεν αφήνουν το άτομο να συγκεντρωθεί και να αποδώσει στην εργασία του ή στο σχολείο.
  • Όταν δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τους άλλους και διακόπτει τις σχέσεις με φίλους και συγγενείς.

Η Θεραπεία της ΙΔΨ

Ο Θεραπευτής θα εφαρμόσει τις κατάλληλες τεχνικές στοχεύοντας στην μείωση της έντασης και της συχνότητας των Ιδεοληψιών και των Ψυχαναγκασμών. 

Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) είναι από τις πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις για την ΙΔΨ σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή ή ως μονοθεραπεία.

Η φαρμακευτική θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής βασίζεται στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs).  Σε περίπτωση μερικής ανταπόκρισης της συμπτωματολογίας η αγωγή μπορεί να ενισχυθεί με μικρές δόσεις αντιψυχωτικών. Η διάρκεια της αγωγής είναι 1-2 χρόνια μετά την πάροδο των οποίων και με την προϋπόθεση ότι έχει επιτευχθεί ύφεση των συμπτωμάτων μπορεί να επιχειρηθεί σταδιακή μείωση και διακοπή.

Ο θεραπευόμενος εκτείθεται σταδιακά σε όλες τις καταστάσεις που απέφευγε. Πραγματοποιείται με την άμεση έκθεση στα ερεθίσματα που  προκαλούν φόβο (συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων) και ο παρεμποδισμός των ψυχαναγκασμών/τελετουργιών και των συμπεριφορών που χρησιμοποιεί για να εξουδετερώσει τις ιδεοληψίες είτε αυτές είναι φανερές (π.χ. πλύσιμο χεριών), είτε όχι (π.χ. σιωπηλό μέτρημα).

Οι θεραπείες της συμπεριφοράς είναι σχετικά εύκολα εφαρμόσιμες και βραδείας διάρκειας. Σε αυτή την προσέγγιση, ο ασθενής έρχεται αντιμέτωπος εκούσια και εθελοντικά με το αντικείμενο ή ιδέα που τον φοβίζει, είτε ρεαλιστικά είτε φαντασιωσικά και ταυτόχρονα παροτρύνεται να αποφύγει την τελετουργία με την υποστήριξη και τη δομή που του παρέχει ο θεραπευτής.

Ο στόχος είναι να δείξει στον πάσχοντα ότι το άγχος δεν επιμένει επ’ αόριστον. Μπορεί να αμβλυνθεί με την εξοικείωση. Επίσης ότι οι ψυχαναγκασμοί δεν είναι απαραίτητοι για την αποφυγή βλάβης. Επιπλέον γίνεται προσπάθεια να μειωθεί η υπερεκτίμηση του κινδύνου και της προσωπικής ευθύνης για την αποτροπή του.